Τρίτη, 17 Ιουλίου 2007

Τρίτη, 10 Ιουλίου 2007

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ...


Ενα κύμα ελάχιστο που σκάει πάνω στη ξεροψημένη άμμο.
Η αίσθηση δροσιάς στα πόδια που πλατσουρίζουν με αυθάδεια επάνω του.
Ανάμεσα στο κύμα, στις πατούσες και τη χρυσόσκονη περιφέρεται νυσταγμένο
αυτό το καλοκαίρι.

Οταν τα καλοκαίρια πληθαίνουν δεν γερνάνε, απλά τεμπελιάζουν.
Υπάρχει οικειότητα πια με τη θάλασσα και την άμμο.
Δεν είναι πάθος, ούτε έρωτας, δεν ύπάρχει ανταγωνισμός, είναι μια σιωπηλή
αποδοχή της αθανασίας και των δύο.

Εγώ θα είμαι εδώ για να πλατσουρίζω ανέμελα,
Κι εσύ θα πηγαινοέρχεσαι για να μην χαλάσεις τη κοσμική ισορροπία.

Και το δώρο, αυτό το θαυμάσιο δώρο που δεν μπορώ ν’αρνηθώ.
Γύρω από αυτή την ηλιακή συμφωνία έχουν φύγει μακριά όλα αθόρυβα, χωρίς να νοιάζομαι να τα προφτάσω.

Δεν ξέρω καν πως να ανταποδώσω αυτή την αυθόρμητη τζάμπα προσφορά απόλαυσης.
Το κρίμα στο λαιμό σου που με κάνεις να ξεχνάω τους χειμώνες που παραμονεύουν...

ΠΩΣ ΜΟΥ ΞΕΦΥΓΕ?


Ανάμεσα στη δίψα και στο κορεσμό υπάρχει ένα μυστικό σημείο που πρέπει
Να σταματήσω. Πρέπει να προσπαθήσω να διψάω ήρεμα σε μικρά διαστήματα και να μην πιώ τόσο ώστε να χάσει την αγωνία της η έρημος.

Σ’ενα μικρό πλαστικό μπουκάλι κρύβεται η απαραίτητη συντροφία στο πόλεμο ανάμεσα στους ξεραμένους θάμνους και τις καυτερές πέτρες.
Ανεβαίνω συνέχεια ένα μονοπάτι που δεν έχει τη δυνατότητα να αλλάξεις γνώμη να το πας απ’την αρχή.

Στάλες νερού και σκόνης. Δημιουργήθηκα.
Απιθανο παιχνίδι του πιο απλού συνδυασμού.
Το μόνο που παρεμβλήθηκε ανάμεσα στα δυό στοιχεία είναι ένας ξαφνικός άνεμος που φύσυξε.
Νερό, σκόνη και αέρας.
Κι όταν σχεδόν είχαν ταιριάξει αρμονικά κάτι ξέφευγε και τότε ήρθε στη συντροφιά η φωτιά του ήλιου που παραμόνευε να τα δέσει.

Ψάχνοντας το νόημα της ζωής οδηγήθηκα στο παλιό ανηφορικό μονοπάτι με τους ξεραμένους θάμνους και τον ήλιο που έκαιγε.
Αναγκαστικά χαμογέλασα μόλις θυμήθηκα το νερό που είχα στριμώξει στο σακο μου.
Είμαι εδώ άρτια. Πλήρης.
Πως μου είχε διαφύγει?

ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΡΕΣΚΟΜΠΟΓΙΑΣ...


ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΦΡΕΣΚΟΜΠΟΓΙΑΣ...

Να θυμάσαι. Την αλήθεια. Σ’αρέσει δεν σ’αρέσει είναι εκεί. Η χρωματιστή κολώνα που στερεώνεις το χέρι επάνω, γέρνεις το σώμα και αρχίζεις ένα ξέφρενο γύρω – γύρω δοκιμάζοντας την ισορροπία σου. Τη δοκιμάζεις γιατί η κολώνα είναι δυνατή, υπαρκτή, ο άξονας της ασφάλειάς σου για τη μεγάλη δοκιμασία του στροβιλίσματος.

Στη μεγάλη φόρα, σίγουρος ότι έχεις χαράξει μια ανεξάρτητη τροχιά, αφήνεις τα χέρια με θάρρος και θράσος γιατί αυτό που θα ακολουθήσει είναι μια θαυμαστή σβουριά που θα πάει στο στόχο που ώρα τώρα έχεις επιλέξει να σταματήσεις.

Τι βλέπω? Δεν είναι σβουριά...είναι ξεκόλλημα, τίναγμα και στραπατσάρισμα πάνω σ’ενα τυχαίο φράχτη. Η απομάκρυνση από τον άξονα επιφέρει τραυματισμούς ενίοτε θανατηφόρους. Ο στόχος αλλού, η ισορροπία σπασμένη, η αλήθεια μένει εκεί περιμένοντας τον επόμενο επισκέπτη. Αδιαφορεί για το ποιός γυρνάει γύρω της ποιός την αφήνει, ποιός την κρατάει σφιχτά.

Στροβιλίσου με το χέρι να γλυστράει πάνω στο φρεσκοβαμμένο μπλε.
Αφήσου σ’ενα τυχαίο στόχο να σε τραυματίσει.
Παιχνίδια μιας ευκαιρίας.

Χρώματα κι οσμές..
Στο παλιό λουνα παρκ βάψανε τις κολώνες. Αχ αυτή η μυρουδιά από φρέσκο βερνίκι. Να ενώνει τα χρώματα με την όσφρηση. Μπλε που διαπερνάει, κίτρινο που θαμπώνει, πράσινο που δροσίζει, κόκκινο που διψάει.

Ουράνιο τόξο σε ξύλινα αλογάκια με μισοφαγωμένες σέλες.
Ενα κατάλευκο μπαλόνι σημαίνει την έναρξη.

Τι χρώμα έχουν οι χώροι που σώπασαν?
Τι χρώμα αφήνουν οι άνθρωποι που φεύγουν?
Η βροχή το φθινώπορο ξεπαστρεύει τα ίχνη. Μα τώρα στους καλοκαιρινούς τόπους που ξεχάστηκαν έτσι, χωρίς τουρίστες, εκατοντάδες πατημασίες πηγαινοέρχονται.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ.

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2007

"Ακόμα και στο γκρεμο να είναι, θα προλάβεις ίσως να ξαναδείς τη ζωή έστω και για μερικά δευτερόλεπτα..."

μ αρεσει ο τροπος που "βλεπεις" τα πραγματα, μ αρεσει ο τροπος που γραφεις κι αυτα που γραφεις, μ αρεσει που χρησιμοποιεις το παντοδυναμο ΟΥΜΠΙΚ.

επετρεψε μου να σου αφιερωσω εναν γκρεμο ιδιαιτερο για μενα, μιας και εκει μυηθηκα στην σπηλαιολογια και εκει την κυριακη ειχα την τιμη να μυησω και εγω δυο νεους ανθρωπους στο βαπτισμα του σχοινιου.



το υπερτατο νοημα της ζωης ειναι το να την ζεις.

ζηστε τις στιγμες σας!

Τετάρτη, 13 Ιουνίου 2007

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΤΙΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ ΜΕ ΤΗ ΣΦΕΝΤΟΝΑ

Σήμερα παρακολουθούσα μια συζήτηση σ’ενα φόρουμ, και σκέφθηκα ότι πρέπει ειλικρινά να είμαι ευτυχισμένη που δεν έχω μπει στον θλιβερό δρόμο της φανατικής πίστης. Της οποιαδήποτε πίστης. Αρκεί να θεωρεί τον ευατό της απόλυτο και αναμφισβήτητο.

Δεν μπορώ να φανταστώ πως διαμορφώνεται η καθημερινότητα, η φαντασία, τα όνειρα, η ίδια η ύπαρξη κάποιου που έχει φτιάξει τα γερά του κάγκελα (και αυτά πολλές φορές έχουν το ονομα της πνευματικής ωριμότητας, της αυτογνωσίας, όπως ο κύριος που παρακολουθούσα να μιλάει...) προχωρόντας και αγνοώντας πλέον τόσα άλλα μηνύματα που πετούν συνέχεια γύρω του σαν πεταλούδες έτοιμες να τις αρπάξει και να γλεντήσει με τα παιχνιδίσματά τους...

Πως μπορεί κάποιος να περικλύει ένα ολόκληρο πανέμορφο, συγκλονιστικό σύμπαν, την ίδια την απρόσμενη έκπληξη που λέγεται ζωή, σε κουτιά?
Να φέρνεις τους θεούς , τη φύση, τα μυστικά της, τα ανεξήγητα λόγια, τις κρυφές σκέψεις που πλανιώνται αιώνια σαν άστρα στα σύμπαντα, όλα αυτά που είναι το μαρτύριο και η έκσταση ενός αθάνατου στα μέτρα σου, στα μέτρα μερικών βιβλίων, στα μέτρα μιας κουβέντας που φάνηκε βολική....
Η αιώνια ανθρώπινη κλειδαριά ασφαλείας.

Στην αρχή όταν έβλεπα τέτοιους ανθρώπους μ’επιανε ένα συναίσθημα εκνευρισμού και ήμουν έτοιμη να κονταροχτυπηθώ μαζί τους.
Μετά κατάλαβα ότι κάθε κίνηση, οποιαδήποτε για να αγγίξεις τα ατσάλινα κάγκελα της φανατικής πεποίθησης , της απόλυτης σιγουριάς, είναι μάταιη.

Δυστυχώς δεν ξέρω καν αν ακόμα κι ένα ισχυρό σοκ θα μπορούσε να ξεθάψει το χαμένο κομμάτι της ζωής τους...
Η ανάσα αυτού του παραλογισμού που λέγεται φανατισμός, φθανει στα αυτιά μου μόνιμα αγχωμένη, λαχανιασμένη, πανικόβλητη, με μια συνεχόμενη λαχτάρα επιβολής, επιβεβαίωσης.

Πόσες φορές την ημέρα κάποιος μπορεί να θαβει τη ζωή του?
Ναι , τελικά μια από τις πιο σίγουρες ευτυχίες που έχω αποκτήσει στη ζωή μου, είναι ότι δεν θεωρώ τίποτα υποχρεωτικό και αμετάκλητο.
Είναι καλύτερα να είσαι τυφλός και να αναζητάς ένα φως μες το σκοτάδι παρά να βρίσκεσαι στο σκοτάδι και να σταματήσεις εκεί μες τη μέση του πουθενά σίγουρος ότι βλέπεις.

Καλύτερα φίλε μου να κάνεις ένα ελάχιστο βήμα πιο εκεί. Ακόμα και στο γκρεμο να είναι, θα προλάβεις ίσως να ξαναδείς τη ζωή έστω και για μερικά δευτερόλεπτα...